multo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

multo < mult + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική multo multoj
αιτιατική multon multojn

multo (eo)

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

multo < multa

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmul.toː/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

multo (la) (multō1, multāvī, multātum, multāre)

  1. τιμωρώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]