Μετάβαση στο περιεχόμενο

near-sighted

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός near-sighted
συγκριτικός more near-sighted
υπερθετικός most near-sighted

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
near-sighted < near + sighted

Επίθετο

[επεξεργασία]

near-sighted (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη myopic

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]