Μετάβαση στο περιεχόμενο

neighbourhood

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
neighbourhood neighbourhoods

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
neighbourhood < neighbour + -hood

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

neighbourhood (en) (βρετανική γραφή)

  1. η γειτονιά, η περιοχή μιας πόλης ή τους ανθρώπους που ζουν εκεί
    παράδειγμα  a nice/friendly neighbourhood - καλή/φιλική γειτονιά
    παράδειγμα  This neighbourhood is not safe.
    Η γειτονιά αυτή δεν είναι ασφαλής.
    παράδειγμα  He lives in our neighbourhood.
    Μένει στη γειτονιά μας.
  2. η γειτονιά, η γειτνίαση, η περιοχή στην οποία βρίσκομαι ή η περιοχή κοντά σε ένα συγκεκριμένο μέρος
    παράδειγμα  There aren’t any good schools in this neighbourhood.
    Δεν υπάρχει καλό σχολείο σε αυτή τη γειτονιά.
    παράδειγμα  These lands are located in the immediate neighbourhood of the settlement.
    Οι εκτάσεις αυτές βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με τον οικισμό.
     συνώνυμα: vicinity

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]