pécheur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: pêcheur

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pécheur < péché + -eur

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pe.ʃœʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό pécheur pécheurs
θηλυκό pécheresse pécheresses

pécheur (fr).

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη péché