parade
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| parade | parades |
parade (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | parade |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | parades |
| αόριστος | paraded |
| παθητική μετοχή | paraded |
| ενεργητική μετοχή | parading |
parade (en)
- παρελαύνω
- επιδεικνύω, κάνω επίδειξη
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| parade | parades |
parade (fr) θηλυκό