percent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

percent (en), πληθ.: percent και percents

  1. εκατοστό, τοις εκατό
    fifty percent = 50%
  2. ποσοστό
     συνώνυμα: percentage