pit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

A close-up of Pit11.JPG

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pit (ca) αρσενικό

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pit (en)

  1. κουκούτσι
  2. λάκκος