pochette

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pochette < poche

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pochette pochettes

pochette (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) μικρό βιολί
  2. (παρωχημένο) μιρκή τσέπη
  3. μαντιλάκι που το βάζουμε στην τσέπη του πέτου σαν διακόσμηση
  4. μικρή τσάντα χωρίς χερούλι
  5. (είδη γραφείου) η ζελατίνα
  6. λεπτή κασετίνα μαθητή