purge

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

purge (en)

  1. απομακρύνω, διώχνω, καθαρίζω
    • ξεφορτώνομαι
  2. εκδιώχνω
  3. (μεταφορικά) σκοτώνω, καθαρίζω, φονεύω, εξοντώνω, εξολοθρεύω