καθάρσιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθάρσιο καθάρσια
γενική καθάρσιου καθάρσιων
αιτιατική καθάρσιο καθάρσια
κλητική καθάρσιο καθάρσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθάρσιο < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, ουδέτερο του επιθέτου καθάρσιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθάρσιο ουδέτερο

  1. καθαρτικό φάρμακο, σκεύασμα κατά της δυσκοιλιότητας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]