puss

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

puss (en)

  1. γάτος
    Puss in boots - O παπουτσωμένος γάτος
     συνώνυμα: cat, pussy
  2. κορίτσι ή νεαρή γυναίκα
  3. το στόμα



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

puss (sv)