put up with

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας put up with
γ΄ ενικό ενεστώτα puts up with
αόριστος put up with
παθητική μετοχή put up with
ενεργητική μετοχή putting up with

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: put, up και with

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

put up with (en)

  1. υπομένω
  2. αντέχω (συνήθως κάποιον ή κάτι δυσάρεστο)
    he's so annoying, I don't know how you put up with him
    είναι τόσο ενοχλητικός, δεν ξέρω πώς τον αντέχεις