puto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

puto < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική puto putoj
αιτιατική puton putojn

puto (eo)


Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

puto < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

puto (la) (putō1, putāvī, putātum, putāre)

  1. νομίζω, θεωρώ

Plume ombre.png Κλίση[]