Μετάβαση στο περιεχόμενο

qualificateur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
qualificateur < μεσαιωνική λατινική qualificator < qualificare

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
qualificateur qualificateurs

qualificateur (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]