Μετάβαση στο περιεχόμενο

reimburse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌriːɪmˈbɜːs/

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

πρώιμος 17ος αιώνας: reimburse < re- «πίσω, ξανά» + παρωχημένο: imburse «βάζω στο πορτοφόλι» < μεσαιωνικά λατινικά: imbursare < in- «μέσα, μέσα σε, εντός του» + ύστερα λατινικά: bursa «πορτοφόλι, τσαντάκι»

ενεστώτας reimburse
γ΄ ενικό ενεστώτα reimburses
αόριστος reimbursed
παθητική μετοχή reimbursed
ενεργητική μετοχή reimbursing

reimburse (en)

  • αποζημιώνω, επιστρέφω σε κάποιον το χρηματικό ποσό που ξόδεψε
    παράδειγμα  I will reimburse you for all of your expenses.
    Θα σε αποζημιώσω για όλες σου τις δαπάνες.
    παράδειγμα  Employees are reimbursed for any legal fees incurred when they relocate.
    Οι εργαζόμενοι αποζημιώνονται για τυχόν νομικά έξοδα που προκύπτουν όταν μετακομίζουν.
    παράδειγμα  If you are not satisfied, you will have your money reimbursed.
    Αν δεν μείνετε ευχαριστημένος θα σας επιστραφούν τα χρήματα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη refund

Σύνθετα

[επεξεργασία]