related

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

related (en)

  1. σχετικός, συναφής

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

related (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος relate