reorganize
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | reorganize |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | reorganizes |
| αόριστος | reorganized |
| παθητική μετοχή | reorganized |
| ενεργητική μετοχή | reorganizing |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]reorganize (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αναδιοργανώνω, ανασυντάσσω, αλλάζω τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ή γίνεται κάτι
The national health system must be reorganized.
- Πρέπει να αναδιοργανωθεί το εθνικό σύστημα υγείας.
Public services must be reorganized.
- Οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει ν' ανασυνταχτούν.