Μετάβαση στο περιεχόμενο

reply

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
reply replies

reply (en)

ενεστώτας reply
γ΄ ενικό ενεστώτα replies
αόριστος replied
παθητική μετοχή replied
ενεργητική μετοχή replying

reply (en)