rigged

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

παθητική Μετοχή, Επίθετο[επεξεργασία]

  1. πουλημένο, σάπιο-διεφθαρμένο σύστημα-καθεστώς
  2. rigged out: ενδεδυμένος, ντυμένος