sacer
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]sacer, sacra, sacrum (la), συγκριτικός : sanctior, υπερθετικός : sacerrimus
Παράγωγα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- sacer - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- sacer - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.