sacer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

sacer (la), sacra, sacrum

Κλίση[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική sacer sacra sacrum sacrī sacrae sacra
γενική sacrī sacrae sacrī sacrōrum sacrārum sacrōrum
δοτική sacrō sacrae sacrō sacrīs sacrīs sacrīs
αιτιατική sacrum sacram sacrum sacrōs sacrās sacra
κλητική sacer sacra sacrum sacrī sacrae sacra
αφαιρετική sacrō sacrā sacrō sacrīs sacrīs sacrīs
(Δευτερόκλιτα επίθετα) (Αντωνυμίες)

Πηγές[επεξεργασία]