Μετάβαση στο περιεχόμενο

short-lived

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός short-lived
συγκριτικός shorter-lived
υπερθετικός shortest-lived

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
short-lived < short + lived

Επίθετο

[επεξεργασία]

short-lived (en)