Μετάβαση στο περιεχόμενο

shut

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

shut (en) (χωρίς παραθετικά)

ενεστώτας shut
γ΄ ενικό ενεστώτα shuts
αόριστος shut
παθητική μετοχή shut
ενεργητική μετοχή shutting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

shut (en)

  1. κλείνω, βάζω στο άνοιγμα κάτι που να εμποδίζει την επικοινωνία ενός εσωτερικού χώρου με το εξωτερικό του περιβάλλον
    παράδειγμα  I can’t shut the suitcase.
    Δεν μπορώ να κλείσω τη βαλίτσα.
    παράδειγμα  I shut my eyes.
    Έκλεισα τα μάτια μου.
     συνώνυμα: close
  2. (μεταβατικό) κλείνω, περιορίζω κάποιον ή κάτι μέσα σε ένα χώρο
    παράδειγμα  He shut the letters in the drawer.
    Έκλεισε τα γράμματα μέσα στο συρτάρι.
    παράδειγμα  He shut himself in the house and doesn’t want to go out.
    Κλείστηκε στο σπίτι και δε θέλει να βγει.
    παράδειγμα  I shut the bird in its cage.
    Περιόρισα το πουλί στο κλουβί του.
     συνώνυμα: confine

Παράγωγα

[επεξεργασία]