sono

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sono < οικεία βραχυγραφία του sonorisation

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sono sonos

sono (fr) θηλυκό



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sono < son- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sono (eo)

Σύνθετα[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sono (it)