Μετάβαση στο περιεχόμενο

speculate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας speculate
γ΄ ενικό ενεστώτα speculates
αόριστος speculated
παθητική μετοχή speculated
ενεργητική μετοχή speculating

speculate (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κάνω υποθέσεις, εικάζω, σχηματίζω γνώμη για κάτι χωρίς να γνωρίζω όλες τις λεπτομέρειες ή τα γεγονότα
    παράδειγμα  We all speculated about the reasons for her resignation.
    Όλοι κάναμε υποθέσεις για τους λόγους της παραίτησής της.
    παράδειγμα  It's useless to speculate why he did it.
    Είναι άχρηστο να εικάζουμε γιατί το έκανε.
  2. (αμετάβατο, χρηματοοικονομικά) κερδοσκοπώ
    παράδειγμα  They speculate on short-term fluctuations in asset prices.
    Κερδοσκοπούν στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.

Συγγενικά

[επεξεργασία]