speculate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | speculate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | speculates |
| αόριστος | speculated |
| παθητική μετοχή | speculated |
| ενεργητική μετοχή | speculating |
Ρήμα
[επεξεργασία]speculate (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κάνω υποθέσεις, εικάζω, σχηματίζω γνώμη για κάτι χωρίς να γνωρίζω όλες τις λεπτομέρειες ή τα γεγονότα
We all speculated about the reasons for her resignation.
- Όλοι κάναμε υποθέσεις για τους λόγους της παραίτησής της.
It's useless to speculate why he did it.
- Είναι άχρηστο να εικάζουμε γιατί το έκανε.
- (αμετάβατο, χρηματοοικονομικά) κερδοσκοπώ
They speculate on short-term fluctuations in asset prices.
- Κερδοσκοπούν στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.