τεκμαίρομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεκμαίρομαι < αρχαία ελληνική τεκμαίρομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

τεκμαίρομαι

  1. από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω
  2. (στο γ' πρόσωπο) τεκμαίρεται: βγαίνει το συμπέρασμα επί τη βάσει τεκμηρίων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

τεκμαίρομαι

  1. επί θεών, δια σημείου δηλώνω, προσδιορίζω
  2. γενικά προδιαγράφω
  3. από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω
  4. επί των μελλόντων, προλέγω