προστάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προστάζω < αρχαία ελληνική προστάσσω / προστάττω < πρός + τάσσω / τάττω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔˈstazɔ/
συλλαβισμός: προ‐στά‐ζω
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐τά‐ζω

Ρήμα[επεξεργασία]

προστάζω

  1. διατάζω
  2. επιτάσσω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]