stature

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stature (en)

  1. το ανάστημα, το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής
  2. η σπουδαιότητα, η ολκή, η αναγνωρισμένη πολιτική/κοινωνική ισχύς, το εκτόπισμα

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
stature statures

stature (fr) θηλυκό

  1. το ανάστημα, το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής
  2. (μεταφορικά) η σπουδαιότητα κάποιου