strength

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strength (en)

  1. η δύναμη, το να είναι κανείς δυνατός
  2. η ισχύς
  3. το πιο δυνατό μέρος από κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]