structure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

structure (en)

  1. δομή
  2. κατασκεύασμα, οικοδόμημα
  3. (πληροφορική) η δομή δεδομένων, οργάνωση των δεδομένων για την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους
    Δείτε επίσης: data structure στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια
    Δείτε επίσης: data structures, εικόνες στα Wikimedia Commons

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • structure στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

structure 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
structure structures

structure (fr) θηλυκό

  1. η δομή