Μετάβαση στο περιεχόμενο

sufletesc

Από Βικιλεξικό

Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sufletesc < suflet + -esc

Επίθετο

[επεξεργασία]

sufletesc (ro)