Μετάβαση στο περιεχόμενο

swear off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας swear off
γ΄ ενικό ενεστώτα swears off
αόριστος swore off
παθητική μετοχή sworn off
ενεργητική μετοχή swearing off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
swear off <  δείτε τις λέξεις swear και off

swear off (en)