syncope
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]syncope (en)
- (γλωσσολογία) η συγκοπή
- cannot - can't, do not - don't, forecastle - fo'c'sle
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- syncope < sincope 1314 < λατινική syncopa < αρχαία ελληνική συγκοπή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| syncope | syncopes |
syncope (fr) θηλυκό
- (ιατρική) η συγκοπή
- → δείτε τους όρους éblouissement, étourdissement, évanouissement και lipothymie , ο ταμπλάς
- (γλωσσολογία) η συγκοπή (συμβολίζεται στην γραφή με μία σιρκονφλέξ/περισπωμένη)
dénouement > dénoûment
- (μουσική) η συγκοπή
- → δείτε τον όρο contretemps
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- syncope - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
