talk down to
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | talk down to |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | talks down to |
| αόριστος | talked down to |
| παθητική μετοχή | talked down to |
| ενεργητική μετοχή | talking down to |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]talk down to (en)
- μιλάω σε κάποιον αφ' υψηλού, αλαζονικά
What did the foolish man mean by talking down to us?
- Τι ήθελε να παραστήσει ο ανόητος μιλώντας μας με τόσο τουπέ;