tendancieux

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tendancieux tendancieuxs
θηλυκό tendancieuxe tendancieuxes

tendancieux (fr)

  1. (για λόγια) που εμφανίζουν μια τάση με έμμεσο τρόπο, χωρίς ξεκάθαρη έκφραση
  2. (κατ’ επέκταση) μεροληπτικός, άδικος, μη ανεκτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]