threaten
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | threaten |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | threatens |
| αόριστος | threatened |
| παθητική μετοχή | threatened |
| ενεργητική μετοχή | threatening |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]threaten (en)
- (μεταβατικό) απειλώ, λέω ότι θα δημιουργήσω μπελάδες, θα πληγώσω κάποιον κτλ. αν δεν έχω αυτό που θέλω
He threatened the employee with dismissal.
- Απείλησε τον υπάλληλο με απόλυση.
They threatened to kill me.
- Απείλησαν ότι θα με σκοτώσουν.
- (μεταβατικό) απειλώ, είμαι κίνδυνος για κάτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη threat