Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας toss
γ΄ ενικό ενεστώτα tosses
αόριστος tossed
παθητική μετοχή tossed
ενεργητική μετοχή tossing


toss (en)

  1. (μεταβατικό) πετάω, ρίχνω κάτι απαλά ή απρόσεκτα
    I toss a ball to someone.
    Πετώ μια μπάλα σε κάποιον.
    The horse tossed its rider.
    Το άλογο πέταξε κάτω τον αναβάτη του.
    I tossed him the ball.
    Του έριξα την μπάλα.
    He tossed the letter in the box and left.
    Έριξε το γράμμα στο κουτί κι απομακρύνθηκε.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη throw
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) πετάω, ρίχνω νόμισμα
    I toss up a coin.
    Πετώ/ρίχνω ψηλά ένα νόμισμα.
     συνώνυμα: flip
  3. (μεταβατικό, ανεπίσημο) πετάω κάτι ως άχρηστο
    Toss all these papers!
    Πέτα όλα αυτά τα χαρτιά!
    They tossed all the old furniture and bought new ones.
    Πέταξαν όλα τα παλιά έπιπλα και αγόρασαν καινούρια.
     συνώνυμα: toss out, toss away, → και δείτε τη λέξη junk