troubled

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

troubled (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος trouble

Open book 01.svg Επίθετο[]

troubled (en)

  1. προβληματισμένος, αγχωμένος, ανήσυχος
  2. ταραγμένος (π.χ. ποταμός)