troubled

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

troubled (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος trouble

Επίθετο[επεξεργασία]

troubled (en)

  1. προβληματισμένος, αγχωμένος, ανήσυχος
  2. ταραγμένος (π.χ. ποταμός)