understood

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

understood (en)

  1. υπονοούμενος, αυτός που υπονοείται
  2. συμφωνημένος