vârstă

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vârstă (ro) θηλυκό

  1. η ηλικία

Κλίση[επεξεργασία]