vertigo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vertigo (en)

  • ίλιγγος που προκαλείται όταν κάποιος κοιτάζει προς τα κάτω από μεγάλο ύψος από βλάβη στο λαβύρινθο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

vertigo < λατινική vertigo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vertigo (fr) αρσενικό

  1. ασθένεια των αλόγων, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα που προκαλεί άτακτες κινήσεις, στροβιλισμούς
  2. (μεταφορικά) και (παρωχημένο) αναποδιά, τρέλα, καπρίτσιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]