voûté

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: voûte

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό voûté voûtés
θηλυκό voûtée voûtées

voûté (fr)

  1. που καλύπτεται από έναν θόλο
  2. θολωτός
  3. καμπούρης