θολωτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θολωτός < θόλος + -ωτός
θολωτός μυκηναϊκός τάφος στην Πύλο

Επίθετο[επεξεργασία]

θολωτός, -ή, -ό

  1. που έχει σχήμα θόλου
  2. θολωτός τάφος: κυκλικό ταφικό κτίσμα των μινωικών και μυκηναϊκών χρόνων με θολωτή στέγη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]