wedge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

wedge (en)

  1. σφήνα
    stick a wedge under the door, will you, it keeps blowing shut
  2. ένα κομμάτι (πχ από τρόφιμο) που έχει σχήμα σφήνας
    Can you cut me a wedge of cheese?
  3. σχηματισμός πουλιών που πετούν σε σχήμα V

Open book 01.svg Ρήμα[]

wedge (en)

  1. σφηνώνω κάτι
    he had wedged the package between the wall and the back of the sofa
  2. χρησιμοποιώ μια σφήνα ή άλλο παρόμοιο εργαλείο για να καταφέρω κάτι
    I wedged open the window with a screwdriver