weed out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | weed out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | weeds out |
| αόριστος | weeded out |
| παθητική μετοχή | weeded out |
| ενεργητική μετοχή | weeding out |
Ρήμα
[επεξεργασία]weed out (en)
- εκριζώνω ή σκοτώνω τα ζιζάνια
- εξαλείφω, εκμηδενίζω
- διαχωρίζω και απορρίπτω οτιδήποτε ανεπιθύμητο