window

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

window (en)

  1. το παράθυρο
  2. (μεταφορικά)
    window of opportunity
  3. (πληροφορική) το παράθυρο
  4. η βιτρίνα καταστήματος
    συνώνυμα: shop window