window

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

window (en)

  1. το παράθυρο
  2. (μεταφορικά)
    window of opportunity
  3. (πληροφορική) το παράθυρο
    δείτε τη λέξη WIMP
  4. η βιτρίνα καταστήματος
     συνώνυμα: shop window

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]