yawn
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| yawn | yawns |
yawn (en)
- το χασμουρητό
Towards the end of the speech, the audience couldn’t suppress their yawns anymore.
- Προς το τέλος της ομιλίας το ακροατήριο δεν έπνιγε πια τα χασμουρητά του.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | yawn |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | yawns |
| αόριστος | yawned |
| παθητική μετοχή | yawned |
| ενεργητική μετοχή | yawning |
- χασμουριέμαι, με έπιασε ένα χασμουρητό
Stop yawning.
- Πάψε να χασμουριέσαι.
I’m yawning uncontrollably.
- Μ' έπιασε ένα ακατάσχετο χασμουρητό.
I’m yawning and can’t stop.
- Μ΄ έπιασε ένα χασμουρητό που δε σταματάει.
- χάσκω, για κάτι που ανοίγει, σαν να θέλει να καταπιεί κάτι
A gulf yawned in front of us.
- Ένα βάραθρο έχασκε μπροστά μας.