yawn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

yawn (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

yawn (en)

  1. χασμουριέμαι
  2. χάσκω (για κάτι που ανοίγει, σαν να θέλει να καταπιεί κάτι)