χάσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάσκω < αρχαία ελληνική χάσκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χάσκω

  1. έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή απορία ή αφηρημάδα
    τι χάσκεις;
  2. παρουσιάζω ένα απειλητικό άνοιγμα
    μπροστά τους έχασκε ο γκρεμός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας χάσκω & χαίνω
Παρατατικός ἔχασκον
Μέλλοντας χανοῦμαι
Αόριστος ἔχανον
Παρακείμενος κέχηνα
Υπερσυντέλικος ἐκεχήνειν
Συντελ.Μέλλ.


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χάσκω

  1. ανοίγω το στόμα διάπλατα, πχ για να καταπιώ κάτι ή από επιθυμία ή θαυμασμό
  2. (για καρπούς) ανοίγω, σκάζω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]