άρση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρση άρσεις
γενική άρσης
& άρσεως
άρσεων
αιτιατική άρση άρσεις
κλητική άρση άρσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άρση < αρχαία ελληνική ἄρσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άρση θηλυκό

  1. (λόγιο) το σήκωμα, η ανύψωση
  2. (μεταφορικά) η αναίρεση, η ακύρωση
  3. (μουσική) το μέρος του μέτρου που δεν τονίζεται
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα θέση


32πχ Μεταφράσεις[]