αίθριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αίθριο αίθρια
γενική αιθρίου αιθρίων
αιτιατική αίθριο αίθρια
κλητική αίθριο αίθρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αίθριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αίθριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αίθριο ουδέτερο

  1. ανοιχτός ή στεγασμένος με διαφανή υλικά κεντρικός χώρος σε σύγχρονα δημόσια ή εμπορικά κτήρια
  2. περίστυλη αυλή, αυλή με περιστύλιο

32πχ Μεταφράσεις[]