αβουλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβουλία αβουλίες
γενική αβουλίας αβουλιών
αιτιατική αβουλία αβουλίες
κλητική αβουλία αβουλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβουλία < αρχαία ελληνική ἀβουλία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβουλία θηλυκό

  • αδυναμία του χαρακτήρα να επιβάλει στον εαυτό του, τη θέλησή του, έλλειψη ισχυρής βούλησης, αδυναμία να πάρει κανείς αποφάσεις και πρωτοβουλίες.
    1. αβουλία εκλογής: αμφιταλάντευση του άβουλου μεταξύ ενός αριθμού αποφάσεων. δηλαδή αναποφασιστικότητα
    2. αβουλία εκτέλεσης: ο άβουλος αποφάσισε τι πρέπει να πράξει, αλλά δεν έχει το θάρρος να πραγματοποιήσει την απόφασή του· καταλαμβάνεται από ένα δισταγμό και προβάλλει ένα σύνολο από δικαιολογίες για να αναβάλει την απόφασή του· χαρακτηριστικά της, η αναβλητικότητα, η αδράνεια και η απραξία.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]